αναδρομή


αναδρομή
[анадроми] ουσ. θ. возвращение назад, к старому,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναδρομή" в других словарях:

  • ἀναδρομῇ — ἀναδρομή running up fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναδρομή — running up fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναδρομή — Τεχνική της λογοτεχνικής γραφής, και ιδίως της αφηγηματικής πεζογραφίας (ονομάζεται επίσης ανάληψη ή αναδρομική αφήγηση). Συνίσταται στο ότι ο συγγραφέας εγκαταλείπει προσωρινά τη χρονολογικά ιεραρχημένη καταγραφή των συμβάντων του μύθου του… …   Dictionary of Greek

  • αναδρομή — η 1. άνοδος, ανάβαση: Στα τριχοειδή αγγεία παρατηρούμε αναδρομή των υγρών. 2. επιστροφή σε παλιότερα, σε προηγούμενα: Η συχνή αναδρομή στο ένδοξο παρελθόν δε βοηθά να ξεπεραστεί το άδοξο παρόν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναδρομαῖς — ἀναδρομή running up fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναδρομαί — ἀναδρομή running up fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναδρομῆς — ἀναδρομή running up fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναδρομήν — ἀναδρομή running up fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναδρομῶν — ἀναδρομή running up fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποσειδών — I Θεός της ελληνικής μυθολογίας, γιος του Κρόνου και της Ρέας και αδελφός του Δία και του Άδη. Λέγεται, στα νεότερα χρόνια, και Ποσειδώνας. Σύμφωνα με έναν αρχαίο μύθο, κατά τη διανομή του κόσμου μεταξύ των γιων του Κρόνου, δόθηκε στον Π. η… …   Dictionary of Greek